ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΠΗΓΑΣΟΣ
ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΛΦΑ
Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης γιορτάζεται φέτος στην Κατερίνη με τη συμμετοχή πέντε ποιητών και ποιητριών της πόλης μας καθώς και με τη συμμετοχή του ντοκυμαντερίστα ποιητικών κειμένων Γιώργου Κεραμιδιώτη. Την...
οργανωτική φροντίδα ανέλαβε ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Χάρης Αμανατίδης και το θέατρο Πήγασος. Ειλικρινά έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς πώς αντιμετωπίζουν την ποίηση και τον πολύπλοκο κόσμο οι σύγχρονοι ποιητές, πώς αποτυπώνεται η εικόνα τους, αλλά και ποια επίδραση ασκεί η αναζήτηση του έρωτα, της αγάπης όταν τίθεται επί λεκτικού τάπητος είτε ως κοσμολογικό ερώτημα διανθρώπινης επικοινωνίας είτε ως παρηγορία σωματική, υλική καταφυγή στην προσπάθεια για αυτοολοκλήρωση και πραγμάτωση. Αξίζει λοιπόν να ακούσουμε χωρίς ίχνος έπαρσης και μεγαληγορίας (συνηθισμένα μειονεκτήματα της επαρχιώτικης στιχουργικής) τι έχουν να μας πουν ποιητές και καλλιτέχνες για την ποίηση και τη σημασία της στη ζωή μας.
Η Ειρήνη Γκόλτσιου δεν έχει εκδώσει ακόμα ποιητική συλλογή αλλά μάς εξέπληξε ευχάριστα όταν πριν από τέσσερα χρόνια δημοσίευσε τέσσερα ποιήματά της στο καλό περιοδικό Εντευκτήριο (τ. 77, Απρίλιος-Ιούνιος 2007). Ο έρωτας (συνήθως ανεκπλήρωτος), μια πρώιμη απαισιοδοξία, ένας στοχασμός για την σύγχρονη πόλη είναι τα θέματά της. Ο τρόπος που έχει διαλέξει για να μας πει όσα έχει στο μυαλό της είναι απλός: σκηνές καθημερινές, εικόνες από τη ζωή της νέας γυναίκας (Τ' όνειρο μου το 'πνιξα στο νεροχύτη./«Μπορείς να κάνεις κι άλλα όνειρα»,/μου 'πε το απόγευμα ο σκύλος μου/ φιλώντας με στο μέτωπο.), ένας κοφτός και αιχμηρός στίχος όπου το θηλυκό εγώ παρομοιάζει το αρσενικό με αρπακτικό πουλί. (Γύρισα. Κι είσαι πουλί αρπακτικό. Κι είναι μικρός ο ουρανός, συννεφιασμένος.). Από την άλλη η ποιήτρια δεν έχει αυταπάτες για τη γυναικεία μοίρα: (Το κορίτσι με τις μωβ κορδέλες/ που εδώ και χρόνια χάθηκε στην πρώτη του ηλικία./ Που εδώ και χρόνια έσπασε τ' αυγά του μέλλοντός της). Και στα φρέσκα της ποιήματα η ίδια λίγο πολύ ματιά: ο έρωτας πάντα παρών ακόμη κι όταν προξενεί λύπες όπως στον εύστοχο λακωνικό στίχο: «Φύλαξε το δάκρυ, σωτήριο ύδωρ». Συνομιλεί ακόμη και εν τη απουσία του με τον ερωτικό άλλον, με στωικότητα και ανεπαίσθητη ειρωνεία. «Ενίοτε χορεύουμε/με μουσικές παράξενες/ολότελα δικές τους./Άλλες φορές κοιτάμε σκεπτικοί/τη σκόνη μες στα φώτα./Δεν είναι άσχημα/κι αφού ζητάς να μάθεις/κάπως έτσι περνά ο καιρός μακριά σου». Η ποιήτρια φαίνεται να αρνείται τον χώρο μέσα στον οποίο ζει, τη σύγχρονη πόλη με την κουλτούρα των εικόνων και την κυριαρχία του μπετόν, πράγμα που εύστοχα εκφράζουν οι ειρωνικοί στίχοι της: «Μάλλον ευδοκιμώ σε χώρες εκτός χάρτη/πετώ σε άνυδρες ακτές/σα χέλι παρανοϊκό / θα μου ταίριαζε να στροβιλίζομαι/αέναα στο μπετόν τους». Η Γκόλτσιου καταγγέλλει την εποχή μας, εποχή συμβάσεων και στερεοτύπων, οικτίρει την απόσταση από τη φύση και τη μετάλλαξη της θέσης μας απέναντι σε αυτήν: «Η εποχή των εικόνων βλέπεις…/Βλέπουμε ουρανό κ φοβόμαστε μην τσακιστούμε./Βλέπουμε θάλασσα κ φοβόμαστε μην πνιγούμε./Βλέπουμε νύχτα κ /φοβόμαστε μην ξημερώσουμε.»
Ο δημοσιογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Θεοχάρης Μπικηρόπουλος εμφανίστηκε στα γράμματα στα 1992 με τη συλλογή 72 ποιημάτων Κάτι στιγμές... για να μας δώσει μια δεκαετία αργότερα το βιβλίο του Ο κήπος με τα ρόμπολα (2003). Ο Μπικηρόπουλος είναι παιδί της πόλης, δραστήριο μέλος της ζωής της, αγαπά τον τόπο του, τη φύση, τον ερωτικό παλμό της γυναίκας ακόμα κι’ όταν στέκεται με κριτική διάθεση απέναντί τους: «Τίποτα δεν άλλαξε/ σ' αυτή τη / μίζερη πόλη / Μόνο οι τιμές/ στα μπαρ με τα ποτά της λήθης / και τα χρόνια / της μικρής πόρνης/ που έπαψε να βάφει χείλη, μάγουλα/ να δείξει/ 18...». Αυτά που τον απασχολούν και βγαίνουν στην επιφάνεια των λέξεων έχουν σχέση επίσης με τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, τον πόλεμο, την αδικία, την έλλειψη επικοινωνίας, την αδύνατη αναζήτηση της ομορφιάς. Όπως στο ποίημα «Σχετικά απόλυτο» της πρώτης συλλογής: «Αν δεις ανατομικά τα πράγματα/ θα δεις/ ότι το μόνο όμορφο/ που υπάρχει στον πλανήτη μας/ είναι εκείνο το παράξενο/ άσπιλο/ λευκό λουλούδι./ Όμως, σε παρακαλώ, μη κοιτάξεις/ στη ρίζα του.../Πρέπει, ναι, πρέπει να υπάρχει κάτι/ ολόμορφο./ Ένα άσπιλο/ λευκό λουλούδι». Οι στίχοι της νέας συλλογής συνεχίζουν την επεξεργασία των μοτίβων του έρωτα θυμίζοντας κάποιες φορές με την έντονη μεταφορολογία τους το «Ασμα Ασμάτων»: «Ο λαιμός σου γυμνός/η κλείδα προκλητική,/οι βολβοί των αυτιών σου/σαν ώριμα φρούτα». Ο μονίμως αμαρτωλός Μπικηρόπουλος αναζητά τον έρωτα ακόμη και εκεί που δεν υπάρχει, στο τρυφερό ψέμα για παράδειγμα. Δεν πρόκειται για συνειδητή προσφυγή στην απόρριψη της πραγματικότητας (όπως είναι γνωστό ο έρωτας χρειάζεται την αμοιβαιότητα για να στεριώσει) αλλά μάλλον για μια πραγματική ένδειξη αγάπης αφού ο εμπνεόμενος από τον έρωτα, ο αγαπών, τείνει να πιστεύει ότι έστω και με τη απλή, σωματική εγγύτητα ο έρωτας μπορεί να μας μετακινήσει στο βασίλειο της επικοινωνίας: «Έχω ανάγκη να ακούσω /λόγια τρυφερά/ κι ας είναι όλα ψέμα./ Πες μου μια φράση / ολόκληρη/ γεμάτη από αγάπη,/ κι ας μην την πιστεύεις./ Σφίξε το χέρι μου / μες το δικό σου / κι ας μην το νοιώθεις».
Σαράντα ποιήματα καταθέτει η Ξανθούλα Καραβίδα στην πρώτη και ώριμη δουλειά της (Αισθήσεις καθημερινής πεζότητας.2009). Η κυριαρχία του γυναικείου ποιητικού εγώ είναι εμφανέστατη σε όλες σχεδόν τις εκδοχές της: είτε ως μητέρας, συζύγου, νοικοκυράς, θρησκευάμενης κάποτε είτε ως υποκειμένου που χαίρεται τον έρωτα ή αναπολεί τον απόντα δεσμό (σ. 70). Σε κάθε περίπτωση χειρίζεται με άνεση τις τεχνικές της παρήχησης, της μεταφοράς και της προσωποποίησης. Εμφανής ο φιλόλογος και θεολογικός οπλισμός (Πηνελόπη, Οδυσσέας, Ολύμπιοι Θεοί, εκκλησίες) με πολύ θετικά αποτελέσματα όταν ο οπλισμός αυτός γειώνεται και συναντά το πραγματικό. Στη νέα υπό εκκόλαψη ποιητική δουλειά της το τοπίο (γραμματολογικό και ποιητικό) ανοίγεται ακόμη περισσότερο. Στα νέα της ποιήματα η Καραβίδα συζητά με άνεση τον πλατωνικό έρωτα, παίζει με τρόπους καβαφικούς, επιγράφει τίτλους αγγλιστί, συνεχίζει με άλλα λόγια τις υποθήκες της πρώτης συλλογής η οποία και αποτελεί και το αρχικό ένζυμο. Εξάλλου όπως δηλώνει και η ίδια «Χωρίς ένζυμα κίνηση δεν εκκινεί». Στα ποιήματα αυτά ο άλλος (ο κόσμος, η πόλη) υπάρχουν μόνον υπαινικτικά, ποτέ φανερά. Πιο πολύ αποτελούν το ντεκόρ προκειμένου να εγγραφεί ο χώρος του έρωτα/των ερωτευμένων: ««Για τη φωτεινή άλω που περικλείει τους πάντες / όταν εσύ ερωτολαβώνεσαι;». Το κέντρο του ενδιαφέροντος στην ποιητική της Ξανθίππης είναι το πρόσωπο ή το πολύ πολύ τα πρόσωπα (σώματα και ψυχές) των ερωτευμένων. Το δηλώνει άλλωστε ρητά και η ίδια: «Κεντρικοί ήρωες πάντα οι τρεις μας, εγωιστικά: εσύ εγώ η αγάπη μας./Κομπάρσοι όσους θέλεις/ αιώνας οιοσδήποτε ας ίπτανται οι μέρες/ τοπιογραφία εσωτερική ή εξωτερική ό,τι πεις· / μόνο να μας μεθάει ακόρεστα γλυκά.» Σε κάποια κρίση ποιητικής αυτοσυνειδησίας (πολύτιμο στοιχείο το άγχος της επίδρασης για κάθε καλό ποιητή) η ποιήτρια θα αναρωτηθεί: «Και τι να πεις που δεν το είπαν μείζονες και δεν το νιώθουν πλείστοι;». Αυτό ακριβώς είναι και το ποιητικό μυστήριο, καθήκον καθενός μας εντέλει. Επειδή όλα (ή σχεδόν όλα) έχουν ειπωθεί μπορούμε να μιλήσουμε ξαναγράφοντας με το δικό μας αίμα τα λόγια και τα πάθη των άλλων.
Η πρώτη ποιητική προσπάθεια του Θάνου Κόσυβα (Σ’ ελλειπτική τροχιά, Μάτι 2011) χαρακτηρίζεται από ένα βαθύ αίσθημα λυρισμού, άστατου και ακατάτακτου ακόμη, ωστόσο πλήρους αγάπης και πλησμονής. Σε παραδοσιακά μέτρα, ομοιοκατάληκτη σύνθεση και θερμό λυρικό οίστρο, το ρομαντικό ποιητικό εγώ μιλά γι’ αυτά που τον ταλανίζουν: την απουσία της αγάπης, την αναζήτηση του άλλου, του απόντος ερωτικού άλλου, με εμφανείς επιδράσεις από την παραδοσιακή λυρική ποίηση του μεσοπολέμου. Στην δεύτερη και σαφώς ποιοτικότερη εργασία του ποιητή με τον τίτλο «Μεσημβρινοί» η θεματολογία παραμένει εν πολλοίς ίδια αφού κι εδώ συναντάμε την ίδια υπαρξιακή αγωνία, τη μοναξιά, την οδυνηρή αναζήτηση του έρωτα, το αδιέξοδο της ευαίσθητης ποιητικής καρδιάς, την πάλη του ανθρώπου με τους «άγριους λύκους» που μας τριγυρίζουν. Ο Κόσυβας φαίνεται να πιστεύει στο είδος εκείνο του ποιητή που μας κληροδότησε η ρομαντική παράδοση, πιστεύει δηλαδή στον ποιητή οδηγό ή συμπαραστάτη του ανθρώπου. Κι αυτό συμβαίνει ακόμα κι όταν ρητά πλην ειρωνικά μέμφεται αυτόν τον ρόλο («Μην τους ακούτε τους ποιητές/ μην κάνετε το λάθος να διαβάσετε/ έστω κι ένα ποίημα/ μπορεί να σας μεταμορφώσει/ να σας κάνει άνθρωπο.» («Χωρίς επιστροφή», σ. 38). Ο έρωτας, η αγάπη, ο σαρκικός δεσμός, είναι για τον Κόσυβα το αντίδοτο της μοναξιάς, αφού η μοναξιά διαιρεί τον άνθρωπο, τον τεμαχίζει, τον πληγώνει ανεπανόρθωτα. Κι ακόμα περισσότερο, ο έρωτας και ο σαρκικός δεσμός είναι φυσικός με την περιβαλλοντική σημασία του όρου: παράγεται και δημιουργείται από τον φυσικό συνομιλητή, τον ερωτικό άλλον και ταυτόχρονα δεν νοείται χωρίς τα πράγματα μέσα από τα οποία αναγνωρίζουμε την αγάπη μας στον κόσμο. Γι αυτό και η σχετική μεταφορολογία είναι τόσο φυσιοκρατική: «Μπορώ να ξεχάσω τις πανσέληνες βραδιές/ που ευωδίαζε φλαμούρι κάθε πόντος του κορμιού σου. [...] Η αγάπη δεν τελειώνει,/ είναι αστείρευτη./ Σαν ποτάμι περνά από τις υπόγειες διαβάσεις της λογικής/ χάνεται μέα στ’ ασβεστολιθικά πετρώματα της ψυχής/ κι αναύεται σε γαλάζιες λίμνες».
Ο Γιώργος Κεραμιδιώτης σπούδασε Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και Σκηνοθεσία Κινηματογράφου στο Παρίσι (Πανεπιστήμιο VIII) με καθηγητή τον Denis Levy αλλά και τους Jean Narboni, Gilles Deleuse και Alain Badiou. Το 2008, σκηνοθετεί το ντοκιμαντέρ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ. ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ με τον γάλλο φιλόσοφο Alain Badiou. Το 2010 είχε την παραγωγή και σκηνοθεσία του ωριαίου ντοκιμαντερ «Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ ΣΗΜΕΡΑ» με τους ΣΛΑΒΟΙ ΖΙΖΕΚ και ΚΩΣΤΑ ΔΟΥΖΙΝΑ η οποία και συμμετείχε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2011. Τελευταία του δουλειά είναι η παραγωγή- σκηνοθεσία 16 ντοκιμαντέρ με ποιητές και ποιήματα της Θεσσαλονίκης.
ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΠΗΓΑΣΟΣ
ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΛΦΑ
Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης γιορτάζεται φέτος στην Κατερίνη με τη συμμετοχή πέντε ποιητών και ποιητριών της πόλης μας καθώς και με τη συμμετοχή του ντοκυμαντερίστα ποιητικών κειμένων Γιώργου Κεραμιδιώτη. Την...
οργανωτική φροντίδα ανέλαβε ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Χάρης Αμανατίδης και το θέατρο Πήγασος. Ειλικρινά έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς πώς αντιμετωπίζουν την ποίηση και τον πολύπλοκο κόσμο οι σύγχρονοι ποιητές, πώς αποτυπώνεται η εικόνα τους, αλλά και ποια επίδραση ασκεί η αναζήτηση του έρωτα, της αγάπης όταν τίθεται επί λεκτικού τάπητος είτε ως κοσμολογικό ερώτημα διανθρώπινης επικοινωνίας είτε ως παρηγορία σωματική, υλική καταφυγή στην προσπάθεια για αυτοολοκλήρωση και πραγμάτωση. Αξίζει λοιπόν να ακούσουμε χωρίς ίχνος έπαρσης και μεγαληγορίας (συνηθισμένα μειονεκτήματα της επαρχιώτικης στιχουργικής) τι έχουν να μας πουν ποιητές και καλλιτέχνες για την ποίηση και τη σημασία της στη ζωή μας.
Η Ειρήνη Γκόλτσιου δεν έχει εκδώσει ακόμα ποιητική συλλογή αλλά μάς εξέπληξε ευχάριστα όταν πριν από τέσσερα χρόνια δημοσίευσε τέσσερα ποιήματά της στο καλό περιοδικό Εντευκτήριο (τ. 77, Απρίλιος-Ιούνιος 2007). Ο έρωτας (συνήθως ανεκπλήρωτος), μια πρώιμη απαισιοδοξία, ένας στοχασμός για την σύγχρονη πόλη είναι τα θέματά της. Ο τρόπος που έχει διαλέξει για να μας πει όσα έχει στο μυαλό της είναι απλός: σκηνές καθημερινές, εικόνες από τη ζωή της νέας γυναίκας (Τ' όνειρο μου το 'πνιξα στο νεροχύτη./«Μπορείς να κάνεις κι άλλα όνειρα»,/μου 'πε το απόγευμα ο σκύλος μου/ φιλώντας με στο μέτωπο.), ένας κοφτός και αιχμηρός στίχος όπου το θηλυκό εγώ παρομοιάζει το αρσενικό με αρπακτικό πουλί. (Γύρισα. Κι είσαι πουλί αρπακτικό. Κι είναι μικρός ο ουρανός, συννεφιασμένος.). Από την άλλη η ποιήτρια δεν έχει αυταπάτες για τη γυναικεία μοίρα: (Το κορίτσι με τις μωβ κορδέλες/ που εδώ και χρόνια χάθηκε στην πρώτη του ηλικία./ Που εδώ και χρόνια έσπασε τ' αυγά του μέλλοντός της). Και στα φρέσκα της ποιήματα η ίδια λίγο πολύ ματιά: ο έρωτας πάντα παρών ακόμη κι όταν προξενεί λύπες όπως στον εύστοχο λακωνικό στίχο: «Φύλαξε το δάκρυ, σωτήριο ύδωρ». Συνομιλεί ακόμη και εν τη απουσία του με τον ερωτικό άλλον, με στωικότητα και ανεπαίσθητη ειρωνεία. «Ενίοτε χορεύουμε/με μουσικές παράξενες/ολότελα δικές τους./Άλλες φορές κοιτάμε σκεπτικοί/τη σκόνη μες στα φώτα./Δεν είναι άσχημα/κι αφού ζητάς να μάθεις/κάπως έτσι περνά ο καιρός μακριά σου». Η ποιήτρια φαίνεται να αρνείται τον χώρο μέσα στον οποίο ζει, τη σύγχρονη πόλη με την κουλτούρα των εικόνων και την κυριαρχία του μπετόν, πράγμα που εύστοχα εκφράζουν οι ειρωνικοί στίχοι της: «Μάλλον ευδοκιμώ σε χώρες εκτός χάρτη/πετώ σε άνυδρες ακτές/σα χέλι παρανοϊκό / θα μου ταίριαζε να στροβιλίζομαι/αέναα στο μπετόν τους». Η Γκόλτσιου καταγγέλλει την εποχή μας, εποχή συμβάσεων και στερεοτύπων, οικτίρει την απόσταση από τη φύση και τη μετάλλαξη της θέσης μας απέναντι σε αυτήν: «Η εποχή των εικόνων βλέπεις…/Βλέπουμε ουρανό κ φοβόμαστε μην τσακιστούμε./Βλέπουμε θάλασσα κ φοβόμαστε μην πνιγούμε./Βλέπουμε νύχτα κ /φοβόμαστε μην ξημερώσουμε.»
Ο δημοσιογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Θεοχάρης Μπικηρόπουλος εμφανίστηκε στα γράμματα στα 1992 με τη συλλογή 72 ποιημάτων Κάτι στιγμές... για να μας δώσει μια δεκαετία αργότερα το βιβλίο του Ο κήπος με τα ρόμπολα (2003). Ο Μπικηρόπουλος είναι παιδί της πόλης, δραστήριο μέλος της ζωής της, αγαπά τον τόπο του, τη φύση, τον ερωτικό παλμό της γυναίκας ακόμα κι’ όταν στέκεται με κριτική διάθεση απέναντί τους: «Τίποτα δεν άλλαξε/ σ' αυτή τη / μίζερη πόλη / Μόνο οι τιμές/ στα μπαρ με τα ποτά της λήθης / και τα χρόνια / της μικρής πόρνης/ που έπαψε να βάφει χείλη, μάγουλα/ να δείξει/ 18...». Αυτά που τον απασχολούν και βγαίνουν στην επιφάνεια των λέξεων έχουν σχέση επίσης με τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, τον πόλεμο, την αδικία, την έλλειψη επικοινωνίας, την αδύνατη αναζήτηση της ομορφιάς. Όπως στο ποίημα «Σχετικά απόλυτο» της πρώτης συλλογής: «Αν δεις ανατομικά τα πράγματα/ θα δεις/ ότι το μόνο όμορφο/ που υπάρχει στον πλανήτη μας/ είναι εκείνο το παράξενο/ άσπιλο/ λευκό λουλούδι./ Όμως, σε παρακαλώ, μη κοιτάξεις/ στη ρίζα του.../Πρέπει, ναι, πρέπει να υπάρχει κάτι/ ολόμορφο./ Ένα άσπιλο/ λευκό λουλούδι». Οι στίχοι της νέας συλλογής συνεχίζουν την επεξεργασία των μοτίβων του έρωτα θυμίζοντας κάποιες φορές με την έντονη μεταφορολογία τους το «Ασμα Ασμάτων»: «Ο λαιμός σου γυμνός/η κλείδα προκλητική,/οι βολβοί των αυτιών σου/σαν ώριμα φρούτα». Ο μονίμως αμαρτωλός Μπικηρόπουλος αναζητά τον έρωτα ακόμη και εκεί που δεν υπάρχει, στο τρυφερό ψέμα για παράδειγμα. Δεν πρόκειται για συνειδητή προσφυγή στην απόρριψη της πραγματικότητας (όπως είναι γνωστό ο έρωτας χρειάζεται την αμοιβαιότητα για να στεριώσει) αλλά μάλλον για μια πραγματική ένδειξη αγάπης αφού ο εμπνεόμενος από τον έρωτα, ο αγαπών, τείνει να πιστεύει ότι έστω και με τη απλή, σωματική εγγύτητα ο έρωτας μπορεί να μας μετακινήσει στο βασίλειο της επικοινωνίας: «Έχω ανάγκη να ακούσω /λόγια τρυφερά/ κι ας είναι όλα ψέμα./ Πες μου μια φράση / ολόκληρη/ γεμάτη από αγάπη,/ κι ας μην την πιστεύεις./ Σφίξε το χέρι μου / μες το δικό σου / κι ας μην το νοιώθεις».
Σαράντα ποιήματα καταθέτει η Ξανθούλα Καραβίδα στην πρώτη και ώριμη δουλειά της (Αισθήσεις καθημερινής πεζότητας.2009). Η κυριαρχία του γυναικείου ποιητικού εγώ είναι εμφανέστατη σε όλες σχεδόν τις εκδοχές της: είτε ως μητέρας, συζύγου, νοικοκυράς, θρησκευάμενης κάποτε είτε ως υποκειμένου που χαίρεται τον έρωτα ή αναπολεί τον απόντα δεσμό (σ. 70). Σε κάθε περίπτωση χειρίζεται με άνεση τις τεχνικές της παρήχησης, της μεταφοράς και της προσωποποίησης. Εμφανής ο φιλόλογος και θεολογικός οπλισμός (Πηνελόπη, Οδυσσέας, Ολύμπιοι Θεοί, εκκλησίες) με πολύ θετικά αποτελέσματα όταν ο οπλισμός αυτός γειώνεται και συναντά το πραγματικό. Στη νέα υπό εκκόλαψη ποιητική δουλειά της το τοπίο (γραμματολογικό και ποιητικό) ανοίγεται ακόμη περισσότερο. Στα νέα της ποιήματα η Καραβίδα συζητά με άνεση τον πλατωνικό έρωτα, παίζει με τρόπους καβαφικούς, επιγράφει τίτλους αγγλιστί, συνεχίζει με άλλα λόγια τις υποθήκες της πρώτης συλλογής η οποία και αποτελεί και το αρχικό ένζυμο. Εξάλλου όπως δηλώνει και η ίδια «Χωρίς ένζυμα κίνηση δεν εκκινεί». Στα ποιήματα αυτά ο άλλος (ο κόσμος, η πόλη) υπάρχουν μόνον υπαινικτικά, ποτέ φανερά. Πιο πολύ αποτελούν το ντεκόρ προκειμένου να εγγραφεί ο χώρος του έρωτα/των ερωτευμένων: ««Για τη φωτεινή άλω που περικλείει τους πάντες / όταν εσύ ερωτολαβώνεσαι;». Το κέντρο του ενδιαφέροντος στην ποιητική της Ξανθίππης είναι το πρόσωπο ή το πολύ πολύ τα πρόσωπα (σώματα και ψυχές) των ερωτευμένων. Το δηλώνει άλλωστε ρητά και η ίδια: «Κεντρικοί ήρωες πάντα οι τρεις μας, εγωιστικά: εσύ εγώ η αγάπη μας./Κομπάρσοι όσους θέλεις/ αιώνας οιοσδήποτε ας ίπτανται οι μέρες/ τοπιογραφία εσωτερική ή εξωτερική ό,τι πεις· / μόνο να μας μεθάει ακόρεστα γλυκά.» Σε κάποια κρίση ποιητικής αυτοσυνειδησίας (πολύτιμο στοιχείο το άγχος της επίδρασης για κάθε καλό ποιητή) η ποιήτρια θα αναρωτηθεί: «Και τι να πεις που δεν το είπαν μείζονες και δεν το νιώθουν πλείστοι;». Αυτό ακριβώς είναι και το ποιητικό μυστήριο, καθήκον καθενός μας εντέλει. Επειδή όλα (ή σχεδόν όλα) έχουν ειπωθεί μπορούμε να μιλήσουμε ξαναγράφοντας με το δικό μας αίμα τα λόγια και τα πάθη των άλλων.
Η πρώτη ποιητική προσπάθεια του Θάνου Κόσυβα (Σ’ ελλειπτική τροχιά, Μάτι 2011) χαρακτηρίζεται από ένα βαθύ αίσθημα λυρισμού, άστατου και ακατάτακτου ακόμη, ωστόσο πλήρους αγάπης και πλησμονής. Σε παραδοσιακά μέτρα, ομοιοκατάληκτη σύνθεση και θερμό λυρικό οίστρο, το ρομαντικό ποιητικό εγώ μιλά γι’ αυτά που τον ταλανίζουν: την απουσία της αγάπης, την αναζήτηση του άλλου, του απόντος ερωτικού άλλου, με εμφανείς επιδράσεις από την παραδοσιακή λυρική ποίηση του μεσοπολέμου. Στην δεύτερη και σαφώς ποιοτικότερη εργασία του ποιητή με τον τίτλο «Μεσημβρινοί» η θεματολογία παραμένει εν πολλοίς ίδια αφού κι εδώ συναντάμε την ίδια υπαρξιακή αγωνία, τη μοναξιά, την οδυνηρή αναζήτηση του έρωτα, το αδιέξοδο της ευαίσθητης ποιητικής καρδιάς, την πάλη του ανθρώπου με τους «άγριους λύκους» που μας τριγυρίζουν. Ο Κόσυβας φαίνεται να πιστεύει στο είδος εκείνο του ποιητή που μας κληροδότησε η ρομαντική παράδοση, πιστεύει δηλαδή στον ποιητή οδηγό ή συμπαραστάτη του ανθρώπου. Κι αυτό συμβαίνει ακόμα κι όταν ρητά πλην ειρωνικά μέμφεται αυτόν τον ρόλο («Μην τους ακούτε τους ποιητές/ μην κάνετε το λάθος να διαβάσετε/ έστω κι ένα ποίημα/ μπορεί να σας μεταμορφώσει/ να σας κάνει άνθρωπο.» («Χωρίς επιστροφή», σ. 38). Ο έρωτας, η αγάπη, ο σαρκικός δεσμός, είναι για τον Κόσυβα το αντίδοτο της μοναξιάς, αφού η μοναξιά διαιρεί τον άνθρωπο, τον τεμαχίζει, τον πληγώνει ανεπανόρθωτα. Κι ακόμα περισσότερο, ο έρωτας και ο σαρκικός δεσμός είναι φυσικός με την περιβαλλοντική σημασία του όρου: παράγεται και δημιουργείται από τον φυσικό συνομιλητή, τον ερωτικό άλλον και ταυτόχρονα δεν νοείται χωρίς τα πράγματα μέσα από τα οποία αναγνωρίζουμε την αγάπη μας στον κόσμο. Γι αυτό και η σχετική μεταφορολογία είναι τόσο φυσιοκρατική: «Μπορώ να ξεχάσω τις πανσέληνες βραδιές/ που ευωδίαζε φλαμούρι κάθε πόντος του κορμιού σου. [...] Η αγάπη δεν τελειώνει,/ είναι αστείρευτη./ Σαν ποτάμι περνά από τις υπόγειες διαβάσεις της λογικής/ χάνεται μέα στ’ ασβεστολιθικά πετρώματα της ψυχής/ κι αναύεται σε γαλάζιες λίμνες».
Ο Γιώργος Κεραμιδιώτης σπούδασε Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και Σκηνοθεσία Κινηματογράφου στο Παρίσι (Πανεπιστήμιο VIII) με καθηγητή τον Denis Levy αλλά και τους Jean Narboni, Gilles Deleuse και Alain Badiou. Το 2008, σκηνοθετεί το ντοκιμαντέρ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ. ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ με τον γάλλο φιλόσοφο Alain Badiou. Το 2010 είχε την παραγωγή και σκηνοθεσία του ωριαίου ντοκιμαντερ «Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ ΣΗΜΕΡΑ» με τους ΣΛΑΒΟΙ ΖΙΖΕΚ και ΚΩΣΤΑ ΔΟΥΖΙΝΑ η οποία και συμμετείχε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2011. Τελευταία του δουλειά είναι η παραγωγή- σκηνοθεσία 16 ντοκιμαντέρ με ποιητές και ποιήματα της Θεσσαλονίκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου