ΠΙΕΡΙΚΗ - Η δύναμή μας είστε εσείς... - Στείλτε παράπονα και καταγγελίες στο pierikinews@gmail.com ή επικοινωνήστε στο 6989725883
ΕΚΤΑΚΤΟ ⚡
Φορτώνει...

15/6/26

Όταν οι εργάτες πληρώνονταν δύο φορές την ημέρα – με καρότσια γεμάτα χαρτονομίσματα

 


Οι σειρήνες του εργοστασίου μόλις έχουν χτυπήσει και οι εργάτες σχηματίζουν ουρά για να πληρωθούν. Λίγα μέτρα πιο πέρα, οι σύζυγοί τους περιμένουν ανυπόμονα. Όχι γιατί τελειώνει η βάρδια, αλλά γιατί σε λίγες ώρες τα χρήματα που κρατούν στα χέρια τους θα αξίζουν λιγότερο.

Τον Ιούνιο του 1923 στη Γερμανία ο χρόνος μετριέται διαφορετικά. Δεν μετριέται σε ημέρες ή εβδομάδες. Μετριέται σε αυξήσεις τιμών. Το χρήμα πεθαίνει μπροστά στα μάτια των ανθρώπων. Και μαζί του πεθαίνουν οι οικονομίες μιας ζωής.


Η χώρα που πνίγεται στα χρέη

Όλα αρχίζουν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ηττημένη Γερμανία καλείται να πληρώσει τεράστιες πολεμικές επανορθώσεις στους νικητές. Η οικονομία βρίσκεται ήδη σε δεινή κατάσταση, η παραγωγή έχει υποχωρήσει και το κράτος δυσκολεύεται να χρηματοδοτήσει τις υποχρεώσεις του.


Η κρίση κορυφώνεται το 1923, όταν γαλλικά και βελγικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ, την καρδιά της γερμανικής οικονομίας, λόγω καθυστερήσεων στις πληρωμές των επανορθώσεων.


Η κυβέρνηση καλεί τους εργαζομένους σε «παθητική αντίσταση». Να μην συνεργάζονται με τις δυνάμεις κατοχής, αλλά να συνεχίσουν να πληρώνονται κανονικά.


Το πρόβλημα είναι ότι το κράτος δεν διαθέτει τα χρήματα.


Αποφασίζει λοιπόν να τα δημιουργήσει.


Τα πιεστήρια της Reichsbank αρχίζουν να λειτουργούν ασταμάτητα. Νέα χαρτονομίσματα τυπώνονται καθημερινά σε ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες.


Στην αρχή μοιάζει με λύση. Σύντομα αποδεικνύεται καταστροφή.


Όταν ο μισθός έπρεπε να ξοδευτεί αμέσως

Καθώς η αξία του μάρκου καταρρέει, οι τιμές αυξάνονται με τέτοια ταχύτητα ώστε τα χρήματα χάνουν μέρος της αξίας τους μέσα στην ίδια ημέρα.


Σε πολλές επιχειρήσεις οι εργαζόμενοι αρχίζουν να πληρώνονται δύο φορές ημερησίως. Οι εργοδότες γνωρίζουν ότι μέχρι το τέλος της βάρδιας ο μισθός θα έχει χάσει σημαντικό μέρος της αγοραστικής του δύναμης.


Οι σύζυγοι περιμένουν έξω από τα εργοστάσια. Μόλις παραλάβουν τα χρήματα, τρέχουν στα καταστήματα για να αγοράσουν τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης πριν οι τιμές αυξηθούν ξανά. Τον Ιανουάριο του 1923 ένα δολάριο αντιστοιχεί σε περίπου 18.000 μάρκα. Τον Ιούλιο χρειάζονται εκατοντάδες χιλιάδες. Τον Σεπτέμβριο εκατομμύρια.Τον Νοέμβριο δισεκατομμύρια.


Η κατάρρευση είναι τόσο γρήγορη ώστε πολλοί έμποροι αδυνατούν να τυπώσουν νέους τιμοκαταλόγους. Οι τιμές γράφονται με κιμωλία και αλλάζουν πολλές φορές μέσα στην ημέρα.


Σε εστιατόρια και καφενεία οι πελάτες παραγγέλνουν δύο καφέδες μαζί, επειδή γνωρίζουν ότι αν ζητήσουν δεύτερο λίγη ώρα αργότερα θα κοστίζει πολύ περισσότερο.


Τα καρότσια γεμάτα χρήματα

Οι εικόνες που κάνουν τον γύρο του κόσμου μοιάζουν σχεδόν απίστευτες. Άνθρωποι μεταφέρουν δεσμίδες χαρτονομισμάτων μέσα σε καρότσια για να αγοράσουν βασικά αγαθά.


Σε ορισμένες περιπτώσεις, το καρότσι αξίζει περισσότερο από τα χρήματα που μεταφέρει. Παιδιά παίζουν με στοίβες χαρτονομισμάτων σαν να είναι παιχνίδια.


Οικογένειες χρησιμοποιούν μάρκα για να ανάψουν τη σόμπα ή το τζάκι, επειδή το χαρτί έχει μεγαλύτερη αξία ως καύσιμο παρά ως νόμισμα.


Οι αποταμιεύσεις εξαφανίζονται. Άνθρωποι που είχαν συγκεντρώσει χρήματα επί δεκαετίες ανακαλύπτουν ότι ολόκληρη η περιουσία τους δεν αρκεί πλέον ούτε για τα βασικά αγαθά της καθημερινότητας.


Η γερμανική μεσαία τάξη δέχεται ένα συντριπτικό πλήγμα.

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι

Παρά το χάος, δεν χάνουν όλοι. Όσοι έχουν μεγάλα χρέη βλέπουν τις υποχρεώσεις τους να εξαϋλώνονται. Δάνεια που κάποτε θεωρούνταν δυσβάσταχτα αποπληρώνονται πλέον με χρήματα σχεδόν χωρίς αξία.


Αντίθετα, οι συνταξιούχοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι μικροαποταμιευτές και όσοι διαθέτουν σταθερό εισόδημα οδηγούνται στην οικονομική καταστροφή.


Οι μεγαλύτερες απώλειες δεν καταγράφονται μόνο στους τραπεζικούς λογαριασμούς.


Καταγράφονται στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος.


Οι Γερμανοί βλέπουν τις οικονομίες μιας ζωής να εξαφανίζονται και αρχίζουν να αμφισβητούν την ικανότητα των θεσμών να προστατεύσουν την κοινωνία.


Η στιγμή που σταματούν τα πιεστήρια

Μέχρι το φθινόπωρο του 1923 η κατάσταση έχει γίνει ανεξέλεγκτη.


Η κυβέρνηση αναγκάζεται να προχωρήσει σε δραστικές κινήσεις. Εισάγει ένα νέο νόμισμα, το Rentenmark, το οποίο στηρίζεται σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία και όχι στην αδιάκοπη εκτύπωση χρήματος.


Παράλληλα, περιορίζει τη χρηματοδότηση των κρατικών ελλειμμάτων μέσω της κεντρικής τράπεζας. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, οι τιμές σταθεροποιούνται. Ο υπερπληθωρισμός τερματίζεται.


Οι πληγές, όμως, παραμένουν ανοιχτές.


Το τραύμα που δεν ξεχάστηκε ποτέ

Ο υπερπληθωρισμός της Βαϊμάρης δεν κατέστρεψε απλώς ένα νόμισμα. Κατέστρεψε την πίστη εκατομμυρίων ανθρώπων στην οικονομική σταθερότητα.


Μια ολόκληρη γενιά έμαθε ότι οι αποταμιεύσεις μιας ζωής μπορούν να εξαφανιστούν μέσα σε λίγους μήνες. Ότι το χρήμα δεν είναι αυτονόητο. Ότι ακόμη και ένα ισχυρό κράτος μπορεί να χάσει τον έλεγχο.


Όταν η παγκόσμια οικονομική κρίση χτύπησε τη Γερμανία το 1929, το τραύμα του 1923 ήταν ακόμη νωπό.


Η κοινωνία ήταν ήδη πιο καχύποπτη απέναντι στους θεσμούς, πιο θυμωμένη και πιο ευάλωτη στις υποσχέσεις ακραίων πολιτικών δυνάμεων.


Ο υπερπληθωρισμός δεν έφερε από μόνος του τον Αδόλφο Χίτλερ στην εξουσία. Δημιούργησε όμως ένα βαθύ ρήγμα στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη δημοκρατία, ένα ρήγμα που θα διευρυνόταν τα επόμενα χρόνια.


Γι’ αυτό και έναν αιώνα αργότερα η ιστορία της Βαϊμάρης εξακολουθεί να διδάσκεται στις σχολές οικονομικών και πολιτικών επιστημών σε ολόκληρο τον κόσμο.


Επειδή υπενθυμίζει ότι όταν οι άνθρωποι χάσουν την εμπιστοσύνη τους στο χρήμα, συχνά δεν αργούν να χάσουν και την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς που το στηρίζουν.


Πηγή



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου