Βρισκόμαστε στις τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου και η συγκομιδή των ακτινιδίων Hayward είναι σε πλήρη εξέλιξη. Από την 1η Νοεμβρίου το προϊόν περνά και στην εγχώρια αγορά. Την ίδια περίοδο, η Εθνική Τράπεζα κατατάσσει το ακτινίδιο, μαζί με το γιαούρτι και τη φράουλα, στους τρεις κινητήρες που κράτησαν σε θετική τροχιά τις εξαγωγές τροφίμων φέτος. Στα περιβόλια της Πιερίας, της Ημαθίας και της Άρτας όμως η διάθεση είναι διαφορετική, γιατί οι τιμές που προσφέρει το εμπόριο είναι χαμηλότερες από πέρυσι.
Πώς γίνεται ένα προϊόν που κερδίζει μερίδια στις αγορές, να αφήνει ολοένα μικρότερο περιθώριο κέρδους στο χωράφι;
Μέσα σε μία δεκαετία η ελληνική παραγωγή ακτινιδίου διπλασιάστηκε. Η χώρα είναι σήμερα τέταρτη παραγωγός στον κόσμο, μετά την Κίνα, τη Νέα Ζηλανδία και την Ιταλία. Οι αγορές του ακτινιδίου πληθαίνουν συνεχώς. Μετά την Ινδία και τη Βραζιλία, φέτος άνοιξε και το Βιετνάμ, ύστερα από σχεδόν δέκα χρόνια φυτοϋγειονομικών διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με την Εθνική Τράπεζα, σχεδόν ένα στα τρία ακτινίδια που εξάγονται από ευρωπαϊκές χώρες είναι πλέον ελληνικό. Η ίδια μελέτη εντοπίζει όμως και το αδύναμο σημείο αυτής της επιτυχίας. Η ελληνική παρουσία στηρίζεται ακόμη στη χαμηλή τιμή.
Το μάθημα του γιαουρτιού…
Η σύγκριση με το γιαούρτι είναι διδακτική. Μέσα σε έξι χρόνια το ελληνικό γιαούρτι τριπλασίασε τον όγκο των εξαγωγών του και το μερίδιό του στις ευρωπαϊκές εξαγωγές γιαουρτιού ανέβηκε από το 7% στο 20%. Παρά την αύξηση των όγκων, εξακολουθεί να πουλά περίπου 30% ακριβότερα από τους ανταγωνιστές του.
Η διαφορά ανάμεσα στα δύο προϊόντα δεν βρίσκεται στην ποιότητα. Βρίσκεται στο ποιος ελέγχει το προϊόν μέχρι το ράφι. Το γιαούρτι φεύγει από τη χώρα συσκευασμένο, με ελληνικό σήμα και ταυτότητα αντίθετα με το ακτινίδιο που ένα σημαντικό μέρος των εξαγωγών αυτού, έφευγε για χρόνια ως χύμα πρώτη ύλη προς την Ιταλία, η οποία το συσκεύαζε και το διέθετε με δική της σφραγίδα. Το αποτέλεσμα φαίνεται στις τιμές. Το 2022, τελευταία χρονιά συγκρίσιμων στοιχείων, η Ιταλία πουλούσε τα ακτινίδιά της στο εξωτερικό κοντά στα 1,80 ευρώ το κιλό, ενώ η Ελλάδα κινείται γύρω στο 1,10 ευρώ. Η απόσταση αυτή είναι η αξία που χάνεται από την ελληνική αλυσίδα, και κάθε χρόνο αντιστοιχεί σε πολλά εκατομμύρια ευρώ. Βέβαια οι τιμές από τότε έχουν αλλάξει, ωστόσο η εμπορική πολιτική, παραμένει ίδια
Η φετινή εκκίνηση επιβεβαιώνει το πρόβλημα. Οι τιμές παραγωγού είναι κατά μέσο όρο 15 λεπτά χαμηλότερες από πέρυσι, και τα περισσότερα καλά κτήματα έχουν ήδη κλείσει γύρω στο 1 ευρώ το κιλό. Για έναν παραγωγό με μεγάλες μέσες στρεμματικές αποδόσεις, αυτή η διαφορά σημαίνει αισθητά μικρότερο εισόδημα σε μια χρονιά που το κόστος παραγωγής ανέβηκε.
Το εμπόριο επικαλείται τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και το ενεργειακό κόστος, που επιβαρύνει την ψύξη και τις μεταφορές ενός προϊόντος το οποίο μπορεί να μείνει μήνες στα ψυγεία. Τα επιχειρήματα έχουν βάση. Δεν εξηγούν όμως εύκολα γιατί η τιμή στο χωράφι πέφτει όταν η ζήτηση παραμένει καλή και το νεοζηλανδέζικο ακτινίδιο πωλείται στα σούπερ μάρκετ πάνω από 5 ευρώ το κιλό. Η εξήγηση ίσως βρίσκεται στη διαπραγματευτική ισορροπία. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οργανωμένοι έμποροι, από την άλλη βρίσκονται χιλιάδες μεμονωμένοι παραγωγοί. Το φαινόμενο αυτό δεν το συναντάμε μόνο στα ακτινίδια, αλλά στα περισσότερα προϊόντα που εμπορεύονται στην Ελληνική αγορά.
Οι καλές τιμές του χθες δεν είναι εγγύηση για το αύριο…
Υπάρχει και ένας παράγοντας που δεν φαίνεται ακόμη πλήρως στις τιμές. Τα τελευταία χρόνια οι νέες φυτεύσεις ακτινιδίου γίνονται με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Η ελκυστική εικόνα της καλλιέργειας, μαζί με την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων σε περιοχές όπου άλλα προϊόντα δεν αφήνουν πια εισόδημα, έφερε στο ακτινίδιο πολλούς νέους παραγωγούς. Οι ακτινιδιές όμως χρειάζονται μερικά χρόνια για να φτάσουν σε πλήρη παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος των εκτάσεων που φυτεύτηκαν πρόσφατα θα αρχίσει να δίνει καρπό τα επόμενα χρόνια. Ήδη φέτος σε περιοχές όπως η Άρτα η σοδειά είναι αισθητά αυξημένη.
Αν η προσφορά συνεχίσει να μεγαλώνει ταχύτερα από τη ζήτηση, οι τιμές που σήμερα θεωρούνται ικανοποιητικές μπορεί να αποδειχθούν το ανώτατο όριο και όχι το κατώτατο όπως πολλοί παραγωγοί θέλουν να πιστεύουν. Η ελληνική γεωργία έχει ζήσει αυτό το σενάριο και στο παρελθόν, με προϊόντα που αρχικά υπόσχονταν υψηλά εισοδήματα και κατέληξαν σε υπερπροσφορά. Γι’ αυτό η απόφαση για μια νέα φύτευση πρέπει να στηρίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση της αγοράς σε πέντε χρόνια και όχι στις τιμές της περσινής χρονιάς.

Η Εθνική Τράπεζα το διατυπώνει με σαφήνεια. Το επόμενο βήμα για το ακτινίδιο δεν είναι περισσότερες ποσότητες, αλλά υψηλότερη αξία για κάθε κιλό που εξάγεται. Στην πράξη αυτό απαιτεί τρεις παρεμβάσεις.
Η πρώτη είναι η ίδρυση-ολοκλήρωση της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης. Με αυτήν ο κλάδος θα αποκτήσει κοινές προδιαγραφές, αξιόπιστη πληροφόρηση για φυτεύσεις, αποθέματα και τιμές, και κοινή προώθηση με ελληνική ταυτότητα. Η πληροφόρηση για τις νέες φυτεύσεις είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, γιατί επιτρέπει στους παραγωγούς να δουν έγκαιρα πού κατευθύνεται η προσφορά. Η δεύτερη είναι η αυστηρή εφαρμογή των ελέγχων ωριμότητας και τυποποίησης στα σημεία εξόδου, ώστε το χύμα και ανώριμο φορτίο να μη ρίχνει την τιμή για όλους. Η τρίτη είναι η στόχευση των παρεμβάσεων της ΚΑΠ για τις Οργανώσεις Παραγωγών σε ψυκτικούς χώρους και διαλογητήρια που θα ελέγχουν οι ίδιοι οι παραγωγοί (αυτή η δράση ενισχύεται διαχρονικά από τα σχέδια βελτίωσης). Για παράδειγμα μια ομάδα παραγωγών που ελέγχει την αποθήκευση δεν είναι υποχρεωμένη να πουλήσει τον Οκτώβριο στην τιμή που ορίζει ο αγοραστής.
Το ακτινίδιο είναι μία από τις λίγες ελληνικές αγροτικές ιστορίες επιτυχίας των τελευταίων είκοσι χρόνων. Το γιαούρτι απέδειξε ότι οι μεγάλοι όγκοι και η υψηλή τιμή μπορούν να συνυπάρξουν, όταν ο κλάδος ελέγχει το προϊόν του μέχρι τον καταναλωτή. Αν το ακτινίδιο δεν κάνει αυτό το βήμα τώρα, όσο η ζήτηση είναι ακόμη ισχυρή, οι αυξημένες ποσότητες των επόμενων ετών θα πιέσουν ακόμη περισσότερο το περιθώριο του παραγωγού. Το ζητούμενο δεν είναι να παράγουμε περισσότερο… είναι να πουλάμε καλύτερα αυτό που ήδη παράγουμε.
ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου