ΕΚΤΑΚΤΟ ⚡
Φορτώνει...
2/11/26
Όποιος πρόλαβε… σύνταξη είδε – «’Ωρα μηδέν» για τις συντάξεις στην Ευρώπη
Το συνταξιοδοτικό σύστημα στην Ευρώπη, βρίσκεται σε μια ιστορική και εξαιρετικά κρίσιμη καμπή. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική της κοινωνικής ασφάλισης κλονίζεται συθέμελα, εγκλωβισμένη ανάμεσα στις συμπληγάδες των εξαντλημένων δημόσιων οικονομικών και της δημογραφικής γήρανσης. Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, οι νεότεροι εργαζόμενοι έρχονται αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη ανασφάλεια, εκφράζοντας πλέον ανοιχτά την αμφιβολία για το αν θα καταφέρουν ποτέ να λάβουν σύνταξη.
Η κατάρρευση των μέχρι πρότινος κρατικών εγγυήσεων μετατρέπει τη συνταξιοδότηση από αυτονόητο δικαίωμα σε ένα θολό και μακρινό ζητούμενο.
Επί δεκαετίες, οι Ευρωπαίοι παραχωρούσαν οικειοθελώς έως και τον μισό μισθό τους στο κράτος, προσδοκώντας ως αντάλλαγμα τη συνταξιοδότησή τους στην ηλικία των 60 ετών με εξασφαλισμένες, αξιοπρεπείς αποδοχές.
Στο επίκεντρο της αβεβαιότητας το μέλλον του κράτους πρόνοιας
Το σκηνικό αυτό ανατρέπεται πλέον δραματικά. Τα εξαντλημένα δημόσια οικονομικά και η ραγδαία γήρανση του πληθυσμού κλονίζουν θεμελιωδώς το κοινωνικό συμβόλαιο, πυροδοτώντας κύματα φόβου και οργής σε ολόκληρη την ήπειρο. Στο επίκεντρο της αβεβαιότητας βρίσκεται το μέλλον του κράτους πρόνοιας, το οποίο προσέφερε κάλυψη από τη γέννηση έως τα γηρατειά και οι πολίτες θεωρούσαν επί μακρόν δεδομένο,
Η οργή ήδη λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις στη Γαλλία, όπου οι εργαζόμενοι συνταξιοδοτούνταν κατά κανόνα στην ηλικία των 62 ετών με αποδοχές βασισμένες στο ύψος του προηγούμενου μισθού τους. Πρόκειται για μια υπόσχεση την οποία η υπερχρεωμένη γαλλική κυβέρνηση αδυνατεί πλέον να εκπληρώσει, εγκλωβισμένη σε βαθιά οικονομική στενότητα.
εξέλιξη αυτή θέτει υπό αμφισβήτηση το άγραφο γενεαλογικό συμβόλαιο, βάσει του οποίου οι νεότεροι εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις αποδοχές των παλαιότερων.
Την ώρα που οι Αμερικανοί εργαζόμενοι ανέκαθεν διαχειρίζονταν προσωπικά επενδυτικά χαρτοφυλάκια για να ενισχύσουν τη βασική σύνταξη κοινωνικής ασφάλισης, οι Ευρωπαίοι απολάμβαναν την υπόσχεση ενός πλήρους, κρατικά εγγυημένου εισοδήματος εφ’ όρου ζωής.
Τα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά συστήματα βασίζονται κυρίως στο διανεμητικό μοντέλο, όπου οι παροχές χρηματοδοτούνται απευθείας από τις τρέχουσες εισφορές μισθοδοσίας. Καθώς όμως η μεταπολεμική γενιά του «baby boom» διανύει πλέον την όγδοη δεκαετία της ζωής της, ο ενεργός εργασιακός πληθυσμός συρρικνώνεται και αδυνατεί να σηκώσει το βάρος. Ως εκ τούτου, οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να δεσμεύουν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των εθνικών προϋπολογισμών, προκειμένου να καλύψουν τις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις.
Τα τρία μοντέλα της Γηραιάς Ηπείρου
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν κυρίως τρία διαφορετικά μοντέλα για τις κρατικές συντάξεις.
Χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία βασίζονται αποκλειστικά στο διανεμητικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό, το ποσοστό αναπλήρωσης των συντάξεων κυμαίνεται μεταξύ 74% έως 82% των προηγούμενων αποδοχών. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου ιδιωτικά συνταξιοδοτικά κεφάλαια άνω των 35 τρισεκατομμυρίων δολαρίων είναι επενδεδυμένα σε μετοχές και ομόλογα, οι ασφαλιστικές εισφορές των Ευρωπαίων εργαζομένων καταβάλλονται απευθείας για τις αποδοχές των νυν συνταξιούχων. Οι εισφορές αυτές αγγίζουν το 27% των ακαθάριστων αποδοχών στη Γαλλία και το 33% στην Ιταλία.
Όταν το κόστος δανεισμού εκτινάχθηκε κατά την κρίση χρέους της ευρωζώνης την περίοδο 2010-2015, η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία υποχρεώθηκαν σε επώδυνες περικοπές. Το 2011, η Ιταλία αύξησε το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 67 έτη, συνδέοντάς το θεσμικά με το προσδόκιμο ζωής. Παράλληλα, η Ισπανία διεύρυνε τον χρονικό ορίζοντα του ασφαλιστικού βίου που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των παροχών, ενώ η Ελλάδα μείωσε τις συντάξεις έως και κατά 40%.
Αντίθετα, η Γαλλία διατήρησε αμετάβλητο το καθεστώς της. Όταν ο Εμανουέλ Μακρόν προώθησε το 2023 τη σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, παρέκαμψε την κοινοβουλευτική ψηφοφορία μέσω προεδρικού διατάγματος. Η κίνηση αυτή πυροδότησε πολύμηνες κινητοποιήσεις, απεργιακή παράλυση στα μέσα μαζικής μεταφοράς και εκτεταμένα επεισόδια με φλεγόμενους όγκους απορριμμάτων στους δρόμους. Έκτοτε, η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση έχει παγώσει.
Όμως, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας εκτινάχθηκε στα 3,6 τρισεκατομμύρια ευρώ (περίπου 4 τρισεκατομμύρια δολάρια), καταγράφοντας ιλιγγιώδη άνοδο από τα 2,2 τρισεκατομμύρια ευρώ του 2017, όταν ανέλαβε την προεδρία ο Εμανουέλ Μακρόν. Πλέον, το γαλλικό υπουργείο Οικονομικών δανεύζεται από τις αγορές 10ετών ομολόγων με επιτόκια που εξισώνονται με εκείνα της Ιταλίας. Η κυβέρνηση τελεί υπό καθεστώς ασφυκτικής πίεσης από τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι απαιτούν την άμεση εφαρμογή σαρωτικών περικοπών στις δημόσιες δαπάνες.
Στον αντίποδα, οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης έχουν αναπτύξει υβριδικά μοντέλα, τα οποία η κοινότητα των οικονομολόγων θεωρεί σαφώς πιο βιώσιμα. Η Δανία, η Ολλανδία και η Σουηδία συνδυάζουν τη βασική εθνική σύνταξη με κλαδικά ταμεία στον χώρο εργασίας, τα κεφάλαια των οποίων επενδύονται στη διεθνή αγορά. Το ενεργητικό των συγκεκριμένων ταμείων αγγίζει το 100% έως 200% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, μέγεθος συγκρίσιμο με το αντίστοιχο των ΗΠΑ. Τη διαχείριση ασκούν μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί εργαζομένων και εργοδοτών.
Το συγκεκριμένο μοντέλο εξασφαλίζει εγγυημένο εισόδημα, υψηλές αποδοχές και ισχυρά αποθέματα επενδυτικών κεφαλαίων που ενισχύουν τον εθνικό πλούτο, επισημαίνει ο οικονομολόγος Γιάκομπ Κίρκεγκαρντ. Συνεπάγεται, όμως, και επιμήκυνση του εργασιακού βίου. Στη Δανία, η ηλικία συνταξιοδότησης είναι νομικά συνδεδεμένη με το προσδόκιμο ζωής, με την πρόβλεψη για τις νεότερες γενιές να ξεπερνά τα 74 έτη γύρω στο 2070.
Η τρίτη ομάδα, στην οποία ανήκουν η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, καταλαμβάνει ενδιάμεση θέση. Το Ηνωμένο Βασίλειο παρέχει χαμηλή, σταθερή κρατική σύνταξη, συνδυάζοντάς την με αυτόματη εγγραφή των εργαζομένων σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Αντίστοιχα, το γερμανικό σύστημα παραμένει διανεμητικό, ωστόσο οι παροχές είναι αισθητά χαμηλότερες σε σύγκριση με τη γειτονική Γαλλία, ενώ έχει θεσπιστεί και ανώτατο όριο στις μηνιαίες καταβολές. Παράλληλα, η Γερμανία εφαρμόζει αυτοματοποιημένο μαθηματικό τύπο, ο οποίος επιβραδύνει την αύξηση των συντάξεων όταν επιδεινώνεται η αναλογία ασφαλισμένων προς συνταξιούχους.
Άδιέξοδο η μετάβαση σε διαφορετικά μοντέλα
Παρά το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο των συντάξεων και το όριο ηλικίας που έχει ήδη οριστεί στα 67 έτη, το Βερολίνο αναγκάζεται να διαθέτει ετησίως περισσότερα από 110 δισεκατομμύρια ευρώ για την κάλυψη του ελλείμματος στο ασφαλιστικό σύστημα. Το ποσό αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη μεμονωμένη δαπάνη του κρατικού προϋπολογισμού, αγγίζοντας σχεδόν το ένα πέμπτο των συνολικών ομοσπονδιακών κονδυλίων.
Μελέτη των οικονομολόγων Μπούρκχαρντ Χέερ, Βίτο Πολίτο και Μάικλ Ρ. Γουίκενς ποσοτικοποίησε το λεγόμενο «συνταξιοδοτικό περιθώριο» –δηλαδή τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να χρηματοδοτούν το ασφαλιστικό σύστημα μέσω των ασφαλιστικών εισφορών προτού επέλθει κάμψη των εσόδων. Ενώ οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο διέθεταν περιθώριο άνω του 40%, η Γαλλία και η Ιταλία κινούνταν κάτω από το 10%, με την πρόβλεψη να δείχνει εκμηδένιση έως το 2030. Στο οριακό αυτό σημείο, η περαιτέρω αύξηση των εισφορών στους εργαζομένους πλήττει την απασχόληση και συρρικνώνει τα συνολικά δημόσια έσοδα.
Η μετάβαση σε διαφορετικά μοντέλα αποδεικνύεται εξαιρετικά δυσχερής. Η προχρηματοδότηση των συντάξεων απαιτεί σταθερή συσσώρευση κεφαλαίων σε βάθος δεκαετιών, γεγονός που ενδέχεται να υποχρεώσει μια ολόκληρη γενιά σε διπλή εισφορά: τόσο για τη χρηματοδότηση των νυν συνταξιούχων όσο και για τη δημιουργία του δικού της ασφαλιστικού κουμπαρά.
Στη Γαλλία, η διοχέτευση των εισφορών μισθοδοσίας σε νεοσύστατα επενδυτικά ταμεία θα στερούσε άμεσα από τα δημόσια ταμεία τα απαραίτητα κεφάλαια για την πληρωμή των νυν συνταξιούχων. Μια τέτοια κίνηση θα απαιτούσε νέο δανεισμό δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, επιβαρύνοντας μια χώρα με δημόσιο χρέος που ήδη υπερβαίνει το 117% του ΑΕΠ.
Έπειτα από δεκαετίες κατά τις οποίες η συνταξιοδότηση βιωνόταν ως αυτονόητο κοινωνικό κεκτημένο, οι νεότεροι πολίτες αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι οι οικονομικοί δείκτες πλέον δεν ευημερούν.
«Θεωρώ παράλογο να εφαρμόζεται σήμερα ένα μοντέλο που σχεδιάστηκε για μια εντελώς διαφορετική εποχή», επισημαίνει η Ριάνα Σιντ-Αχμέντ, 19χρονη φοιτήτρια Ψυχολογίας στο Παρίσει. «Αμφιβάλλω αν θα προλάβω να πάρω σύνταξη».
naftemporiki.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου